Μετάφραση του "dote" σε Ελληνικά

Οι προίκα, χάρισμα, έδνον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dote" σε Ελληνικά.

dote noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προίκα

    noun feminine

    Αρχαίος Θεσμός

    Porque los herreros estaban trabajando en las armas para la dote de los Mere.

    Επειδή οι σιδηρουργοί δούλευαν τα όπλα για την προίκα του Μίερ.

  • χάρισμα

    noun neuter

    Siempre supe que tenía dotes psíquicos pero esto es aterrador.

    Πάντα το έλεγα ότι είχα το πνευματικό χάρισμα, αλλά αυτό είναι ανατριχιαστικό.

  • έδνον

    noun neuter
  • προίξ

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dote " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dote" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άπροικη · ξεβράκωτη
  • προικίζω
  • έδνον · προίκα · προίξ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dote" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη