Μετάφραση του "ducado" σε Ελληνικά

Οι δουκάτο, Δουκάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ducado" σε Ελληνικά.

ducado noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουκάτο

    noun neuter

    territorio, feudo o dominio gobernado por un duque o una duquesa

    Condene en costas al Gran Ducado de Luxemburgo.

    να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.

  • Δουκάτο

    nombre de varias monedas de oro o de plata, acuñadas en varios países de Europa y en diversas épocas

    Condene en costas al Gran Ducado de Luxemburgo.

    να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ducado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ducado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ducado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη