Μετάφραση του "endemoniado" σε Ελληνικά
Οι αναθεματισμένος, δαιμονικός, δαιμονισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "endemoniado" σε Ελληνικά.
-
αναθεματισμένος
μετοχή1. (μεταφορικά) (υβριστικό) που έχει προξενήσει δυσκολίες, και το καταριόμαστε 2. κακός, μισητός, απεχθής (ως έκφραση αγανάκτησης ή αποδοκιμασίας)
¡Cómo me molestan estos endemoniados zapatos!
Πόσο με ενοχλούν αυτά τα αναθεματισμένα παπούτσια!
-
δαιμονικός
επίθετο αρσενικό (-ός, ή, ό)1. που ανήκει ή που αναφέρεται στο δαίμονα 2. που προκαλείται ή προέρχεται από δαίμονα
Fue el ángel de la justicia que vio un plan endemoniado tramado contra dos padres y miles de ciudadanos.
Ήταν ο άγγελος της δικαιοσύνης που είδε να σκαρφίζεται ένα δαιμονικό σχέδιο εναντίον δύο γονέων και χιλιάδων πολιτών.
-
δαιμονισμένος
επίθετο ** ουσιαστικό αρσενικό (-ος, -η, -ο)1, που κατέχεται από δαιμόνιο 2. θυμωμένος στο έπακρο
Disfrutaba de mi triunfo apachurrando más y más al becerro que seguía gritando como un endemoniado.
Απολάμβανα τον θρίαμβό μου, συνθλίβοντας όλο και περισσότερο τον ταύρο που συνέχιζε να ουρλιάζει σαν δαιμονισμένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " endemoniado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "endemoniado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαβολόκαιρος