Μετάφραση του "enferma" σε Ελληνικά
Οι άρρωστος, ασθενής, άρρωστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enferma" σε Ελληνικά.
enferma
adjective
verb
feminine
γραμματική
se dice de la mujer que le gusta mucho el sexo [..]
-
άρρωστος
adjective masculineΑυτός του οποίου η υγεία έχει μεταβληθεί.
Mi abuelo está enfermo.
Ο παππούς μου είναι άρρωστος.
-
ασθενής
adjective masculineΑυτός του οποίου η υγεία έχει μεταβληθεί.
Debió de haberla cogido de alguien que ya estaba enfermo.
Θα πρέπει να την κόλλησε από κάποιον που ήδη ήταν ασθενής.
-
άρρωστη
adjective feminineDebe de estar enferma.
Πρέπει να είναι άρρωστη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enferma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enferma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαιώματα του ασθενούς
-
αρρωσταίνω
-
άρρωστη · άρρωστος · αδιάθετος · αηδιασμένος · αρρωστημένος · ασθενής
-
είμαι άρρωστη · είμαι άρρωστος
-
είμαι άρρωστη · είμαι άρρωστος
-
παράφρων · τρελός
-
σύνδρομο του άρρωστου κτηρίου
-
μεταφορά ασθενών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη