Μετάφραση του "engrupido" σε Ελληνικά

Οι αγαθιάρης, κορόιδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engrupido" σε Ελληνικά.

engrupido adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαθιάρης

    noun masculine
  • κορόιδο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engrupido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engrupido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη