Μετάφραση του "enredar" σε Ελληνικά
Οι μπερδεύω, μπλέκω, περιπλέκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enredar" σε Ελληνικά.
enredar
verb
γραμματική
Torcer juntos o entrelazar en una masa confusa. [..]
-
μπερδεύω
verb -
μπλέκω
verbTu hermanito sí que sabia enredar las cosas, ¿no?
Ο αδερφός σου ήξερε πώς να μπλέκει τα πράγματα.
-
περιπλέκω
verb -
εμπλέκω
verbBueno, tal vez se enredó con Openshaw y Fordham en el pasado.
Ίσως είχε εμπλακεί και στο παρελθόν με τους Όπενσο και Φόρνταμ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enredar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enredar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δολοπλοκία · κουβάρι · μπέρδεμα · μπλέξιμο · ξέφτι · ραδιουργία · φλερτάκι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη