Μετάφραση του "enteramente" σε Ελληνικά

Οι εντελώς, πλήρως, απόλυτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enteramente" σε Ελληνικά.

enteramente adverb

De una manera total o completa.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντελώς

    adverb

    No puedo decir que sea una obra enteramente mía.

    Δεν μπορώ να το θεωρήσω εντελώς δικό μου.

  • πλήρως

    adverb

    El cuadro hace abstracción de los asuntos enteramente resueltos en esa fecha.

    Ο πίνακας αυτός δεν περιλαμβάνει τις υποθέσεις οι οποίες είχαν διευθετηθέι πλήρως μέχρι την ημερομηνία αυτή.

  • απόλυτα

    adverb

    La impresión que tenemos, además, es que el Consejo no se ha cerrado enteramente en sus posiciones.

    Έχουμε επιπλέον την εντύπωση ότι το Συμβούλιο δεν περιχαρακώθηκε απόλυτα στις θέσεις του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enteramente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enteramente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη