Μετάφραση του "entidad" σε Ελληνικά

Οι οντότητα, αντικείμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entidad" σε Ελληνικά.

entidad noun feminine γραμματική

Aquello que se percibe, conoce o infiere que tiene su propia existencia.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οντότητα

    noun feminine

    πράγμα

    e) a toda persona jurídica, entidad o grupo que mantenga relaciones comerciales en la Comunidad.

    ε) για κάθε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα εντός της Κοινότητας.

  • αντικείμενο

    noun

    la carga haya sido negociada o facilitada por personas, entidades u organismos enumerados en el anexo XIII;

    το φορτίο αποτελεί αντικείμενο μεσιτείας ή διευκόλυνσης από πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που κατονομάζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entidad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entidad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entidad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη