Μετάφραση του "escalope" σε Ελληνικά

Το Σνίτσελ είναι η μετάφραση του "escalope" σε Ελληνικά.

escalope masculine

Rebanada delgada de carne, especialmente de ternera o pollo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σνίτσελ

    παραδοσιακό φαγητό της αυστριακής και γερμανικής κουζίνας

    No te gustará el escalope ni siendo bueno.

    Δεν θα σου άρεσε το σνίτσελ, ακόμα κι αν ήταν καλό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " escalope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "escalope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη