Μετάφραση του "escape" σε Ελληνικά

Οι εξάτμιση, απόδραση, άνοιγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "escape" σε Ελληνικά.

escape noun verb masculine γραμματική

Acto de abandonar una situación peligrosa o poco agradable. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάτμιση

    noun feminine

    Este método consiste en la medición de la concentración de gases indicadores en los gases de escape.

    Η μέθοδος περιλαμβάνει μέτρηση της συγκέντρωσης ενός αερίου ιχνηθέτη στην εξάτμιση.

  • απόδραση

    noun feminine

    Verdad, así que esta escapada de fin de semana, es en realidad como una intervención.

    Σωστά, οπότε όλη αυτή η σαββατοκυριακάτικη απόδραση, είναι κατι περισσότερο σαν παρέμβαση.

  • άνοιγμα

    noun neuter

    Sólo habrá un dispositivo de escape y no estará obstruido en modo alguno por accesorios interiores o exteriores.

    Το άνοιγμα διαφυγής δεν πρέπει να φράζεται με οποιοδήποτε τρόπο είτε με εσωτερικά ή εξωτερικά προσαρτήματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαφυγή
    • διαρροή
    • δραπέτευση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " escape " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "escape"

Φράσεις παρόμοιες με "escape" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "escape" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη