Μετάφραση του "esclava" σε Ελληνικά

Οι δούλος, σκλάβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esclava" σε Ελληνικά.

esclava noun feminine γραμματική

Mujer que pertenece a otra persona que la obliga a trabajar, por lo general sin ser pagada.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δούλος

    noun masculine

    Pero al que fue irresponsable lo llamó “inicuo”, “indolente” y “esclavo que no sirve para nada”.

    Ο δούλος που χειρίστηκε ανεύθυνα αυτό που του εμπιστεύτηκε ο κύριος κρίθηκε ως “πονηρός”, “οκνηρός” και “άχρηστος”.

  • σκλάβος

    noun masculine

    No vine a América para ser un esclavo.

    Δεν ήρθα στην Αμερική για να γίνω σκλάβος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esclava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esclava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esclava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη