Μετάφραση του "estrellar" σε Ελληνικά

Οι παύλα, εκσφενδονίζω, συντρίβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estrellar" σε Ελληνικά.

estrellar adjective verb masculine γραμματική

Golpear extremadamente fuerte.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παύλα

    noun feminine

    λάθος ερμηνεία

    -/-

    -/-

  • εκσφενδονίζω

    ρήμα

    πετώ, ρίχνω κτ. με δύναμη και μακριά, προς ορισμένη κατεύθυνση και στόχο·

    Varias veces sintió la necesidad de coger las mancuernas y estrellarlas una tras otra contra aquella superficie que le vedaba el paso adonde más interés tenía en entrar.

    Αρκετές φορές ένιωσε την ανάγκη να σηκώσει τα βαράκια και να τα εκσφενδονίσει το ένα μετά το άλλο σε εκείνη την επιφάνεια που την εμπόδιζε να μπει εκεί που την ενδιέφερε περισσότερο να μπει.

  • συντρίβω

    ρήμα

    κάνω κάτι κομμάτια, συνήθως ύστερα από πτώση ή πρόσκρουση

    En un ataque de rabia, estrelló el vaso en el piso.

    Σε μια έκρηξη οργής, συνέτριψε το ποτήρι στο πάτωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " estrellar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "estrellar"

Φράσεις παρόμοιες με "estrellar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "estrellar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη