Μετάφραση του "expolio" σε Ελληνικά

Οι αρπαγή, λάφυρο, λεηλασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expolio" σε Ελληνικά.

expolio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρπαγή

    ουσιαστικό

    βίαιη απόσπαση ξένου πράγματος

    Expolio de bienes culturales: instrumentos legales frente al mismo.

    Αρπαγή πολιτιστικής περιουσίας: νομικά μέσα εναντίον της.

  • λάφυρο

    ουσιαστικό

    1. αντικείμενο που λαμβάνεται από εχθρό μετά από μάχη είτε για την οικονομική του αξία είτε ως τρόπαιο νίκης 2. η λεία μιας ληστείας (συχνά στον πληθυντικό)

    En el saqueo de la ciudad, las tropas se repartieron el expolio de cada uno de sus tres principales templos.

    Στη λεηλασία της πόλης, τα στρατεύματα μοιράστηκαν τα λάφυρα καθενός από τους τρεις κύριους ναούς της.

  • λεηλασία

    ουσιαστικό

    η ενέργεια του λεηλατώ, η αρπαγή αντικειμένων αξίας από τον αντίπαλο σε καιρό πολέμου ή σε έκνομες καταστάσεις

    Denunciamos que lo esencial de aquella relación inicial establecida sobre la conquista, la subyugación, el expolio de las riquezas y la explotación de los seres humanos, se ha prolongado hasta nuestro tiempo.

    Καταγγέλλουμε ότι η ουσία αυτής της αρχικής σχέσης που δημιουργήθηκε πάνω στην κατάκτηση, την υποταγή, τη λεηλασία του πλούτου και την εκμετάλλευση των ανθρώπων, συνεχίστηκε μέχρι την εποχή μας.

  • πλιάτσικο

    ουσιαστικό

    η λεηλασία, η αρπαγή πλούτου και αντικειμένων αξίας σε καιρό πολέμου ή σε άλλες έκρυθμες καταστάσεις

    Datos dispersos sobre la lucha contra el expolio de los galeones españoles.

    Σκόρπια στοιχεία για την καταπολέμηση του πλιάτσικου των ισπανικών γαλερών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " expolio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "expolio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "expolio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη