Μετάφραση του "exportar" σε Ελληνικά

Οι εξάγω, εξαγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exportar" σε Ελληνικά.

exportar verb γραμματική

Enviar, recibir o llevar un artículo para su comercio fuera del país.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάγω

    verb

    A este respecto, cabe señalar que, durante el período considerado, dicha empresa no exportó a la Unión.

    Ως προς αυτό, σημειώνεται ότι κατά την υπό εξέταση περίοδο, η εν λόγω εταιρεία δεν εξήγαγε στην Ένωση.

  • εξαγωγή

    noun feminine

    Enviar, recibir o llevar un artículo para su comercio fuera del país.

    La compañía se recuperó y pudo seguir exportando una parte de su producción a los demás Estados miembros.

    Η εταιρεία διασώθηκε και συνέχισε την εξαγωγή μέρους της παραγωγής της στα άλλα κράτη μέλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exportar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exportar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exportar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη