Μετάφραση του "falla" σε Ελληνικά
Οι ελάττωμα, ρήγμα, Ρήγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "falla" σε Ελληνικά.
persona que no cumple su promesa [..]
-
ελάττωμα
noun neuterFractura o una zona de fractura a lo largo de la cual ha habido dislocación de los lados con respecto a una paralela a la fractura.
Las estructuras modernas de concreto tienen otra falla fatal.
Τα σύγχρονα κτίσματα από σκυρόδεμα έχουν ακόμα ένα μοιραίο ελάττωμα.
-
ρήγμα
nounFractura o una zona de fractura a lo largo de la cual ha habido dislocación de los lados con respecto a una paralela a la fractura.
Inundar una falla podría causar un terremoto importante.
Aν πλημμυρίσει ένα τεκτονικό ρήγμα, θα προκαλέσει μεγάλο σεισμό.
-
Ρήγμα
fractura en rocas con desplazamiento
Falla cuyos dos lados se han aproximado notablemente entre sí en la dirección perpendicular a la falla.
Ρήγμα του οποίου οι δύο πλευρές έχουν πλησιάσει η μια την άλλη ουσιαστικά με εγκάρσια διεύθυνση προς το ρήγμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σφάλμα
- βλάβη
- κουσούρι
- ρωγμή
- αδυναμία
- βραχυκύκλωμα
- ρηγμάτωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " falla " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "falla"
Φράσεις παρόμοιες με "falla" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ουρά συναλλακτικής αδρανούς αλληλογραφίας
-
Αποτυχημένα κράτη
-
κατάρρευση κτιρίου
-
ουρά αδρανούς αλληλογραφίας
-
αδυναμία · αποτυχία · απόφαση · αστοχία · βλάβη · βούλευμα · διατακτικό · ελάττωμα · κρίση · λάθος · λάθος (προγράμματος) · μηχανική βλάβη · σφάλμα (προγράμματος)
-
αμελώ · αποτυχαίνω · αποφαίνομαι · αστοχώ · γνωμοδοτώ · επιδικάζω · κρίνω · παραμελώ · χαλώ
-
έχω έλλειψη · σφάλλω
-
αδυναμία · αποτυχία · απόφαση · αστοχία · βλάβη · βούλευμα · διατακτικό · ελάττωμα · κρίση · λάθος · λάθος (προγράμματος) · μηχανική βλάβη · σφάλμα (προγράμματος)