Μετάφραση του "fatigada" σε Ελληνικά
Το κουρασμένος είναι η μετάφραση του "fatigada" σε Ελληνικά.
fatigada
verb
feminine
Que necesita descanso o sueño, generalmente luego de un trabajo fatigante o una actividad física.
-
κουρασμένος
adjectiveQue necesita descanso o sueño, generalmente luego de un trabajo fatigante o una actividad física.
El pez giraba lentamente y el viejo estaba empapado en sudor y fatigado hasta la medula.
Το ψάρι έκανε αργά κύκλους, και ο γέρος ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και κουρασμένος μέχρι τα κόκκαλα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fatigada " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fatigada" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κουρασμένος
-
βαριέμαι · εξαντλώ · καταπονώ · κουράζομαι · κουράζω
-
αποκάνω · κουράζομαι
-
αγγαρεία · καταπόνηση · κομμάρα · κούραση · κόπος
-
Σύνδρομο της χρόνιας κοπώσεως
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη