Μετάφραση του "fluido" σε Ελληνικά

Οι ρευστό, υγρό, ρευστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fluido" σε Ελληνικά.

fluido adjective noun verb masculine γραμματική

Sustancia que se deforma continuamente bajo la acción de una tensión cortante, por muy pequeña que sea.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρευστό

    adjective noun neuter

    conjunto de partículas [..]

    Como medio de ensayo podrá utilizarse agua o cualquier otro fluido hidráulico adecuado.

    Ως μέσο δοκιμής μπορεί να χρησιμοποιείται νερό η οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο υδραυλικό ρευστό.

  • υγρό

    noun neuter

    Sustancia que se deforma continuamente bajo la acción de una tensión cortante, por muy pequeña que sea.

    Parece que podría ser gel endurecido o fluid, quizá pegamento.

    Μάλλον είναι γέλη που έχει σκληρύνει ή υγρό, ίσως κόλλα.

  • ρευστός

    adjective masculine

    Los niños tienen el cerebro húmedo y fluido.

    Ο εγκέφαλος των παιδιών είναι υγρός και ρευστός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρευστή
    • γρήγορος
    • με ευχέρεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fluido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fluido"

Φράσεις παρόμοιες με "fluido" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • με ευχέρεια · ρευστή · ρευστό · ρευστός
  • Σωματικά υγρά · σωματικό υγρό
  • μηχανική των ρευστών
  • εκχέω · κυλάω · κυλώ · κυλώ (μεταφορικά), εκφράζομαι ελευθερα · ρέω · τρέχω · χύνω
  • εκχέω · κυλάω · κυλώ · κυλώ (μεταφορικά), εκφράζομαι ελευθερα · ρέω · τρέχω · χύνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fluido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη