Μετάφραση του "fuego" σε Ελληνικά

Οι φωτιά, πυρ, πυρκαγιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fuego" σε Ελληνικά.

fuego noun masculine γραμματική

Combustión indeseada e incontrolada de materia. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωτιά

    noun feminine

    reacción química de oxidación violenta de una materia combustible, con desprendimiento de llamas, calor y gases [..]

    Por el humo se sabe donde está el fuego.

    Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.

  • πυρ

    interjection neuter

    Bueno, la mejor forma de hacerlo es con fuego griego.

    Ο καλύτερος τρόπος λοιπόν για να το κάνουν αυτό είναι με υγρό πυρ.

  • πυρκαγιά

    noun feminine

    Άθελη και ανεξέλεγκτη καύση κάποιου υλικού.

    A veces, para vender un cubo de agua, hay que comenzar un fuego.

    Μερικές φορές, για να πουλήσεις ένα κουβαδάκι με νερό, ξεκινάς μια πυρκαγιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • fuego
    • πυρά
    • πυροβολισμός
    • βολή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fuego " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fuego"

Φράσεις παρόμοιες με "fuego" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fuego" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη