Μετάφραση του "fulgor" σε Ελληνικά
Το λάμψη είναι η μετάφραση του "fulgor" σε Ελληνικά.
fulgor
noun
masculine
γραμματική
Algo que deslumbra.
-
λάμψη
nounSólo fuerza y fulgor, ímpetu y deseo.
Μόνο δύναμη, λάμψη, ώθηση και επιθυμία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fulgor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη