Μετάφραση του "fundado" σε Ελληνικά
Το βάσιμος είναι η μετάφραση του "fundado" σε Ελληνικά.
fundado
verb
γραμματική
-
βάσιμος
adjectiveπου στηρίζεται σε δεδομένα, σε ενδείξεις ή αποδείξεις, που είναι σε μεγάλο βαθμό ασφαλής, βέβαιος, θετικός
Las sospechas de José sobre la infidelidad de María no eran fundadas.
Οι υποψίες του José για την απιστία της Μαρίας δεν ήταν βάσιμες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fundado " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fundado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγρόκτημα
-
δακτυλίδι σύνδεσης · θήκη · περίβλημα · σάκος · σακούλα · συνδετικό χιτώνιο
-
κορόνα
-
μαξιλαροθήκη
-
εγκαθιστώ · εδραιώνω · θεμελιώνω · ιδρύω · κάνω · συστήνω
-
δακτυλίδι σύνδεσης · θήκη · περίβλημα · σάκος · σακούλα · συνδετικό χιτώνιο
-
μαξιλαροθήκη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη