Μετάφραση του "gameto" σε Ελληνικά

Οι γαμέτες, γαμέτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gameto" σε Ελληνικά.

gameto noun masculine γραμματική

Célula madura reproductora capaz de fusionarse con una célula de origen similar pero de sexo opuesto para formar un cigoto que dará origen a un nuevo organismo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γαμέτες

    Peces no salmónidos y otros animales acuáticos no mamíferos, y sus gametos y óvulos fertilizados

    Μη σολομοειδείς ιχθείς και άλλα μη θηλαστικά υδρόβια ζώα γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια

  • γαμέτης

    noun masculine

    no se extraerán peces, huevos ni gametos de las explotaciones sin autorización del servicio oficial.

    κανένα ψάρι, αυγό ή γαμέτης δεν εξέρχεται της εκμετάλλευσης χωρίς τη χορήγηση σχετικής έγκρισης από την επίσημη υπηρεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gameto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gameto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη