Μετάφραση του "ganar" σε Ελληνικά

Οι κερδίζω, αποκτώ, παίρνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ganar" σε Ελληνικά.

ganar verb γραμματική

Obtener una característica. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κερδίζω

    verb

    Mi tía se ganó un viaje todo pagado a Hawái.

    Η θεία μου έχει κερδίσει ένα δωρεάν ταξίδι στη Χαβάη.

  • αποκτώ

    verb

    Es una narcisista paranoica que manipula la ley para ganar poder y anotarse tantos.

    Είναι μια παρανοϊκή ναρκισσίστρια που χρησιμοποιεί τον νόμο για να αποκτήσει δύναμη και να πετύχει σκορ.

  • παίρνω

    verb

    Repentinamente empecé a ganar peso.

    Ξαφνικά άρχισα να παίρνω βάρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νικώ
    • νίκη
    • κρουω
    • φτάνω
    • αποσπώ
    • επωφελούμαι
    • αποκομίζω
    • φθάνω
    • βελτιώνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ganar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ganar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έχω συνέχεια κτ.
  • ζωοκλέφτης
  • προσηλυτίζω
  • επιθυμώ · θέλω
  • αγελάδα · βόδι · μοσχάρι · ταύρος
  • επιθυμία · πόθος · όρεξη
  • έχω όλο προβλήματα · απανωτές κακοτυχίες · ενός κακού μύρια έπονται · το ένα κακό μετά το άλλο
  • αποκομίζω καθαρά · αποφέρω καθαρά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ganar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη