Μετάφραση του "genitivo" σε Ελληνικά

Οι γενική, Γενική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "genitivo" σε Ελληνικά.

genitivo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενική

    noun feminine

    Ahora resulta que los casos del latín son nominativo, genitivo, dativo y putativo.

    Τώρα οι πτώσεις των λατινικών είναι... Ονομαστική, γενική, αιτιατική και εξουθενωτική!

  • Γενική

    caso gramatical

    El que en este texto se emplee fō·nḗs, que es el genitivo de fō·nḗ, comunica la idea de captar el sonido de la voz.

    Το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο λέει εδώ ἀκούοντες . . . τῆς φωνῆς, χρησιμοποιεί δηλαδή τη γενική πτώση της λέξης φωνή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " genitivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "genitivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "genitivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη