Μετάφραση του "global" σε Ελληνικά

Το καθολικός είναι η μετάφραση του "global" σε Ελληνικά.

global adjective masculine γραμματική

Que concierne toda la Tierra; cuyo ámbito no está limitado a alguna provincia. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθολικός

    adjective

    Sin embargo, sólo se obtendrán resultados concretos y positivos mediante un enfoque global y constructivo.

    Μόνο μέσα από μια καθολική και εποικοδομητική αντιμετώπιση μπορούμε να προβάλουμε θετικά αποτελέσματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " global " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "global" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "global" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη