Μετάφραση του "goce" σε Ελληνικά
Οι απόλαυση, χαρά, επικαρπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "goce" σε Ελληνικά.
goce
noun
verb
masculine
γραμματική
Sensación de placer o satisfacción extrema.
-
απόλαυση
noun feminineEn su mano derecha, está el gozo eterno.
Στο δεξί Του χέρι, υπάρχει απόλαυση για πάντα.
-
χαρά
noun feminineEl seguir Su luz y ejemplo nos traerá gozo, felicidad y paz.
Αν ακολουθήσουμε το φως και το παράδειγμα του Σωτήρα θα έχουμε χαρά, ευτυχία και ειρήνη.
-
επικαρπία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " goce " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη