Μετάφραση του "gradual" σε Ελληνικά

Οι σταδιακός, βαθμιαίος, κλιμακωτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gradual" σε Ελληνικά.

gradual adjective noun masculine γραμματική

Que procede en pequeños pasos.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταδιακός

    adjective masculine

    También procede garantizar un mecanismo suficientemente gradual, de manera que el principio de proporcionalidad pueda aplicarse adecuadamente.

    Είναι επίσης σκόπιμο να εξασφαλιστεί επαρκής σταδιακός μηχανισμός, ούτως ώστε η αρχή της αναλογικότητας να μπορεί να εφαρμοστεί ορθά.

  • βαθμιαίος

    adjective
  • κλιμακωτός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gradual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gradual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη