Μετάφραση του "hoyo" σε Ελληνικά
Οι οπή, λάκκος, τρύπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoyo" σε Ελληνικά.
hoyo
noun
masculine
γραμματική
region de una ciudad en donde se encontraban los burdeles
-
οπή
noun feminineLa broca se fracturó en el hoyo... pero vienen imanes de Brasil.
Η οπή έσπασε... Αλλά έρχονται μαγνήτες από την Βραζιλία.
-
λάκκος
noun masculineNos manchamos de barro mientras cavamos, pero el hoyo se hizo más profundo.
Έπεσαν λάσπες πάνω μας καθώς σκάβαμε, αλλά ο λάκκος γινόταν όλο και βαθύτερος.
-
τρύπα
noun feminineEso debe ser alguna clase de fuego griego para hacer semejante hoyo.
Θα ήταν Ελληνική φωτιά για να ανοίξει τέτοια τρύπα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γούβα
- κοιλότητα εδάφους
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hoyo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "hoyo"
Φράσεις παρόμοιες με "hoyo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους!
-
μαύρη τρύπα · μελανή οπή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη