Μετάφραση του "hueso" σε Ελληνικά
Οι οστό, κόκαλο, κόκκαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hueso" σε Ελληνικά.
cosa que no se vende o tiene poca venta [..]
-
οστό
noun neuterMaterial compuesto mayormente de calcio, fosfato y colágeno, que conforma el esqueleto de la mayoría de los vertebrados.
Si el hueso hioides estuviese fracturado sería estrangulación.
Αν το θυροειδές οστό, είχε πάθει κάταγμα, τότε προξενείται στραγγαλισμός.
-
κόκαλο
noun masculineμέρος σκελετού [..]
La bala ha destrozado el hueso por debajo de la rodilla y ha cortado la arteria.
Η σφαίρα συνέτριψε το κόκαλο και απέκοψε την αρτηρία.
-
κόκκαλο
Material compuesto mayormente de calcio, fosfato y colágeno, que conforma el esqueleto de la mayoría de los vertebrados.
Le dio un hueso al perro.
Αυτός έδωσε το κόκκαλο στο σκύλο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κουκούτσι
- οστούν
- ζάρια
- Οστό
- πυρήνας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hueso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "hueso"
Φράσεις παρόμοιες με "hueso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φακοειδής απόφυση
-
Μετωπιαίο οστό · μετωπιαίο οστό
-
μένω πετσί και κόκαλο
-
κόκαλα
-
γιάντες
-
εφήβαιο
-
πετσί και κόκαλο
-
Ανώνυμα οστά