Μετάφραση του "idilio" σε Ελληνικά

Το ειδύλλιο είναι η μετάφραση του "idilio" σε Ελληνικά.

idilio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδύλλιο

    noun neuter

    Cada verano voy de vacaciones en busca de, bueno, un idilio.

    Ξέρεις, κάθε καλοκαίρι πάω διακοπές ψάχνοντας για κάποιο ειδύλλιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idilio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idilio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη