Μετάφραση του "impotente" σε Ελληνικά
Οι ανίκανος, αδύναμος, ανήμπορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impotente" σε Ελληνικά.
impotente
adjective
masculine
γραμματική
Que le falta suficiente autoridad o fuerza. [..]
-
ανίκανος
adjectiveMi marido es impotente ¿Qué debo hacer?
Ο άντρας μου είναι ανίκανος. Τι να κάνω;
-
αδύναμος
adjective masculineTrataba de alcanzarlos y me sentía tan impotente cuando no los encontraba allí.
Προσπαθούσα να τις φτάσω και ένιωθα τόσο αδύναμος όταν δεν ήταν εκεί.
-
ανήμπορος
adjectiveY juré que jamás volvería a sentirme impotente.
Ορκίστηκα ότι δεν πρόκειται να αισθανθώ ανήμπορος ξανά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impotente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη