Μετάφραση του "imprevisible" σε Ελληνικά
Το απρόβλεπτος είναι η μετάφραση του "imprevisible" σε Ελληνικά.
imprevisible
adjective
masculine
γραμματική
-
απρόβλεπτος
adjectivePor consiguiente falta tanto el elemento de limitación temporal como el carácter imprevisible.
Ελλείπει, συνεπώς, τόσο ο χρονικός περιορισμός όσο και ο απρόβλεπτος χαρακτήρας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imprevisible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη