Μετάφραση του "impropio" σε Ελληνικά
Οι ακατάλληλος, ανάρμοστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impropio" σε Ελληνικά.
impropio
adjective
masculine
γραμματική
-
ακατάλληλος
adjectiveαυτός που δεν ταιριάζει ή δεν προσφέρεται για κάτι:
Antonio lleva un traje impropio para una celebración de boda.
Ο Antonio φοράει ένα κοστούμι ακατάλληλο για μια γαμήλια εορτή.
-
ανάρμοστος
επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)αυτός που δεν αρμόζει. δεν ταιριάζει, είναι ακατάλληλος (για κάτι ή κάποιον)
El nuevo empleado llevó ropa impropia en su primer día de trabajo.
Ο καινούργιος υπάλληλος φορούσε ανάρμοστα ρούχα την πρώτη του μέρα στη δουλειά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impropio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impropio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Καταχρηστικό κανονικό πολύγωνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη