Μετάφραση του "impulso" σε Ελληνικά

Οι παρόρμηση, ώθηση, ορμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impulso" σε Ελληνικά.

impulso noun verb masculine γραμματική

Momento en el cuál un atleta aumenta la velocidad al correr. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρόρμηση

    noun feminine

    Entiendo tu impulso, pero pienso igual que papá.

    Καταλαβαίνω την παρόρμηση σου, αλλά συμφωνώ με τον μπαμά.

  • ώθηση

    noun

    Um, así que él está recibiendo un impulso por Special Greg.

    Um, το ξέρω, για να πάρει μια ώθηση από την ειδική Greg.

  • ορμή

    noun feminine

    Los grupos se anexan y ganan impulso como si, al fin, sienten el destino.

    Οι ομάδες συγχωνεύονται και συναθροίζονται με ορμή σαν να αισθάνονται τον προορισμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ερέθισμα
    • Ώθηση
    • άνωση
    • ορμέμφυτο
    • άντωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impulso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "impulso"

Φράσεις παρόμοιες με "impulso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαμόρφωση παλμικού κώδικα
  • απωθώ · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενισχύω · εξαναγκάζω · εξωθώ · παρασύρω · προάγω · προωθώ · σπρώχνω · συμπαραστέκομαι · υποστηρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impulso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη