Μετάφραση του "impulsor" σε Ελληνικά

Οι καταλύτης, καταλυτής, σταθμός αναμετάδοσης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impulsor" σε Ελληνικά.

impulsor adjective noun masculine γραμματική

Persona que intencionalmente inicia algo, especialmente problemas.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταλύτης

    noun masculine
  • καταλυτής

  • σταθμός αναμετάδοσης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impulsor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impulsor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impulsor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη