Μετάφραση του "impureza" σε Ελληνικά
Οι ακαθαρσία, ρύπος, πρόσμιξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impureza" σε Ελληνικά.
impureza
noun
feminine
γραμματική
Componente o aditivo que hace algo más impuro. [..]
-
ακαθαρσία
noun feminineEl lavado se supervisa constantemente para evitar que entren arena u otras impurezas en el producto final.
Το πλύσιμο εκτελείται υπό μόνιμη παρακολούθηση, ώστε να αποφεύγεται να παρεισφρήσει άμμος ή άλλη ακαθαρσία στο τελικό προϊόν.
-
ρύπος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impureza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Impureza
-
πρόσμιξη
Su olor tiene una impureza inconfundible que no puedes dejar de reconocer.
Υπάρχει μία αλάνθαστη πρόσμιξη στην μυρωδιά τους που δεν μπορείς παρά να την παρατηρήσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη