Μετάφραση του "inconstante" σε Ελληνικά
Οι ασταθής, αλλοπρόσαλλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inconstante" σε Ελληνικά.
inconstante
adjective
masculine
γραμματική
Susceptible de un súbito cambio impredecible. [..]
-
ασταθής
adjectivePor injusto que puede haber sido, débil y resentido, pero nunca inconstante
Ίσως, υπήρξα άδικος, αδύναμος και πικρόχολος, αλλά ποτέ ασταθής.
-
αλλοπρόσαλλος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inconstante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη