Μετάφραση του "independiente" σε Ελληνικά

Οι ανεξάρτητος, χωριστός, μεμονωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "independiente" σε Ελληνικά.

independiente adjective masculine γραμματική

Persona que presta servicios a sus clientes sin contrato a largo plazo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεξάρτητος

    adjective masculine

    Ese mecanismo incluirá un administrador supervisor independiente de Microsoft.

    Αυτός ο μηχανισμός θα περιλαμβάνει έναν καταπιστευματοδόχο παρακολούθησης ο οποίος θα είναι ανεξάρτητος από τη Microsoft.

  • χωριστός

    adjective

    La información confidencial debe incluirse en anexos independientes de las evaluaciones técnicas europeas.

    Οι εμπιστευτικές πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνονται σε χωριστά παραρτήματα των εν λόγω ευρωπαϊκών τεχνικών αξιολογήσεων.

  • μεμονωμένος

    El nivel de cooperación de los usuarios independientes en este procedimiento es superior al de la investigación previa.

    Το επίπεδο συνεργασίας μεμονωμένων χρηστών στην τρέχουσα διαδικασία είναι μεγαλύτερο από αυτό της προηγούμενης έρευνας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιστασιακός
    • απομονωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " independiente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "independiente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "independiente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη