Μετάφραση του "indignado" σε Ελληνικά

Το αγανακτισμένος είναι η μετάφραση του "indignado" σε Ελληνικά.

indignado noun verb masculine γραμματική

jóven o jóvena español-española sin futuro

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγανακτισμένος

    adjective

    Nadie está más indignada moralmente que una belleza después de los 40.

    Κανείς δεν είναι ηθικά πιο αγανακτισμένος, από μια όμορφιά που πέρασε τα σαράντα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indignado " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indignado" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταισχύνω · προσβάλλω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indignado" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη