Μετάφραση του "inenarrable" σε Ελληνικά
Οι ανείπωτος, απερίγραπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inenarrable" σε Ελληνικά.
-
ανείπωτος
επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)1. που δεν έχει ή δεν μπορεί να ειπωθεί, να εκφραστεί με λόγια 2. που είναι πολύ δύσκολο ή αδύνατο να τον περιγράψει κανείς με λόγια, συνήθως για κάτι πολύ δυσάρεστο ή πολύ έντονο, όταν αφορά συναισθήματα
En una frase he pasado de la idea de inenarrable felicidad a la de una inenarrable desdicha, pero ambos estados estaban estrechamente unidos.
Με μια φράση πέρασα από την ιδέα της ανείπωτης ευτυχίας σε αυτήν της ανείπωτης δυστυχίας, αλλά και οι δύο καταστάσεις ήταν στενά συνδεδεμένες.
-
απερίγραπτος
επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)1. που είναι πολύ δύσκολο ή αδύνατο να τον περιγράψει κανείς με λόγια, συνήθως για κάτι πολύ δυσάρεστο ή πολύ έντονο, όταν αφορά συναισθήματα 2. που προκαλεί περιφρόνηση
Sería el final del camino, el inicio de una peripecia inenarrable para todos nosotros.
Θα ήταν το τέλος του δρόμου, η αρχή μιας απερίγραπτης περιπέτειας για όλους μας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inenarrable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate