Μετάφραση του "infranqueable" σε Ελληνικά
Οι αδιάβατος, αγεφύρωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "infranqueable" σε Ελληνικά.
infranqueable
adjective
masculine
γραμματική
-
αδιάβατος
adjective -
αγεφύρωτος
adjective1.για φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, π.χ. ποτάμι, χαράδρα, διώρυγα κτλ., που οι δύο πλευρές του δεν έχουν ενωθεί με γέφυρα 2. 2. (μτφ.) για μεγάλη αντίθεση απόψεων, για διαφορά που δεν μπορεί να ξεπεραστεί
La concentración de la riqueza y del ingreso abre una brecha infranqueable entre los salvadoreños.
Η συγκέντρωση του πλούτου και του εισοδήματος ανοίγει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ των κατοίκων του Ελ Σαλβαδόρ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " infranqueable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη