Μετάφραση του "ingenuo" σε Ελληνικά

Οι αφελής, ευκολόπιστος, αγαθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingenuo" σε Ελληνικά.

ingenuo adjective noun masculine γραμματική

Persona que cree fácilmente cualquier cosa. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφελής

    adjective masculine

    Sí hubieras estudiado conmigo en vez de Fury quizá no serías tan ingenuo.

    Αν είχες εκπαιδευτεί μαζί μου, αντί με τον Φιούρι ίσως να μην ήσουν τόσο αφελής.

  • ευκολόπιστος

    Aparentemente, soy la persona más ingenua del mundo.

    Προφανώς είμαι ο πιο ευκολόπιστος άνθρωπος του κόσμου.

  • αγαθός

    adjective

    Oh J, eres tan omnipotente y tan ingenuo.

    Αχ, J, είσαι τόσο παντοδύναμος αλλά και τόσο αγαθός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απλός
    • απλοϊκός
    • αγνός
    • αγαθιάρης
    • αγαθοβιόλης
    • ανεπιτήδευτος
    • μωρόπιστος
    • χαζοβιόλης
    • αγγελικός
    • ναΐφ
    • άδολος
    • αγαθούλης
    • άκακος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ingenuo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ingenuo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ingenuo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη