Μετάφραση του "ingresos" σε Ελληνικά
Οι απόδοση, Έσοδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ingresos" σε Ελληνικά.
ingresos
noun
masculine
γραμματική
-
απόδοση
nounLa ejecución del plan de reestructuración conduzca a restablecer la viabilidad ya que la productividad y los ingresos esperados tras la reestructuración parecen bajos
η εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης θα σημάνει την επιστροφή στη βιωσιμότητα, δεδομένου ότι η αναμενόμενη παραγωγικότητα και απόδοση μετά την αναδιάρθρωση φαίνεται χαμηλή,
-
Έσοδο
dinero recibido por un negocio
Dividendos y otros ingresos de acciones y participaciones
Έσοδα από μετοχές και συμμετοχές
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ingresos " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ingresos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναμενόμενη απόδοση
-
οικονομική ανισότητα
-
κατώτατο εισόδημα επιβίωσης
-
διάμεσο εισόδημα
-
Εισόδημα · έσοδα · αποταμίευση · απόδοση · είσοδος · εισόδημα · προϊόν · ταμίευση
-
εισιτήριος
-
άδηλα εισοδήματα
-
έσοδα από εξαγωγές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη