Μετάφραση του "inquebrantable" σε Ελληνικά

Το αδιάρρηκτος είναι η μετάφραση του "inquebrantable" σε Ελληνικά.

inquebrantable adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάρρηκτος

    adjective

    1. αυτός που δεν έχει ή δεν μπορεί να υποστεί διάρρηξη· - πόρτα ι κλειδαριά, απαραβίαστος 2. (μτφ.) πολύ στερεός. αδιάσπαστος

    Sabes que esta relación nuestra es inquebrantable

    Ξέρεις ότι αυτή η σχέση μας είναι αδιάρρηκτη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inquebrantable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inquebrantable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη