Μετάφραση του "insatisfecho" σε Ελληνικά
Οι δυσαρεστημένος, ανικανοποίητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insatisfecho" σε Ελληνικά.
insatisfecho
adjective
masculine
γραμματική
No satisfecho. [..]
-
δυσαρεστημένος
Es gruñón por fuera, malhumorado e insatisfecho por dentro.
Φαινομενικά είναι γκρινιάρης, αλλά μέσα του είναι μελαγχολικός και δυσαρεστημένος.
-
ανικανοποίητος
adjectiveNo satisfecho.
Querrán apartarte de eso, así estás aburrido e insatisfecho con ellas.
Θα θέλουν να σε σώσουν από όλα αυτά ώστε να αισθάνεσαι βαριε - στημένος και ανικανοποίητος μαζί τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insatisfecho " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη