Μετάφραση του "inseparable" σε Ελληνικά

Οι αχώριστος, αδιαχώριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inseparable" σε Ελληνικά.

inseparable adjective noun masculine γραμματική

Perico muy social y afectivo del género Agapornis.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αχώριστος

    adjective
  • αδιαχώριστος

    adjective masculine

    που δεν έχει διαχωριστεί ή που δεν μπορεί να διαχωριστεί

    La defensa de los derechos democráticos es inseparable de la lucha por el socialismo.

    Η υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων είναι αδιαχώριστη από τον αγώνα για σοσιαλισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inseparable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inseparable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη