Μετάφραση του "intachable" σε Ελληνικά

Οι άψογος, αδιάβλητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intachable" σε Ελληνικά.

intachable adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άψογος

    adjective

    αυτός που δεν έχει κανένα λάθος ή ελάττωμα:

    Su actuación en este caso fue intachable.

    Η ερμηνεία του σε αυτή την περίπτωση ήταν άψογη.

  • αδιάβλητος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intachable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intachable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη