Μετάφραση του "intermedio" σε Ελληνικά

Οι ενδιάμεσος, διάλειμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intermedio" σε Ελληνικά.

intermedio adjective noun masculine γραμματική

Que ocurre entre dos extremos, o en el medio de un rango.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενδιάμεσος

    adjective masculine

    El sector social o intermedio ofrece un apoyo muy importante para la creación de empleo local.

    Ο κοινωνικός ή ενδιάμεσος τομέας παρέχει πολύ μεγάλη υποστήριξη στη δημιουργία τοπικών θέσεων εργασίας.

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Nos encontramos aquí para fumar durante el intermedio.

    Θα σε βρω εδώ στο διάλειμμα και θα καπνίσουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intermedio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intermedio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intermedio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη