Μετάφραση του "interrumpir" σε Ελληνικά
Οι διακόπτω, διαλύω, εγκαταλείπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interrumpir" σε Ελληνικά.
Detener un proceso, especialmente en cuanto a la producción comercial; dejar de producir, hacer o suplir algo.
-
διακόπτω
verbPor favor, no me interrumpas.
Σε παρακαλώ, μη με διακόπτεις.
-
διαλύω
verbMe encantaría, pero por desgracia... tengo una subasta en el mercado negro que interrumpir.
Ευχαρίστως, αλλά, δυστυχώς, έχω μια παράνομη δημοπρασία να διαλύσω.
-
εγκαταλείπω
verbDe acuerdo con las Directrices para el empleo, se fomentarán medidas firmes para reducir el número de alumnos que interrumpen la escolaridad antes de tiempo.
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, θα ενθαρρυνθούν αυστηρά μέτρα για την περικοπή του αριθμού των ατόμων που εγκαταλείπουν νωρίς το σχολείο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εμποδίζω
- παρακωλύω
- τερματίζω πρόωρα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interrumpir " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interrumpir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Το Κορίτσι που άφησα πίσω
-
διακεκομμένη συνουσία
-
ακύρωση