Μετάφραση του "inventor" σε Ελληνικά

Το εφευρέτης είναι η μετάφραση του "inventor" σε Ελληνικά.

inventor noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφευρέτης

    noun

    individuo que idea, crea o concibe algo que no existía antes

    Hace mucho tiempo un inventor vivió en esa mansión.

    Πριν πολλά χρόνια ένας εφευρέτης έμενε σ εκείνη την έπαυλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inventor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inventor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inventor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη