Μετάφραση του "irritable" σε Ελληνικά
Οι ευερέθιστος, κακότροπος, ευέξαπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irritable" σε Ελληνικά.
irritable
adjective
masculine
γραμματική
-
ευερέθιστος
adjectiveSiempre andaba empapado en sudor y a veces estaba irritable.
Φαινόταν ότι ήμουν συνέχεια ιδρωμένος, συνέχεια παγωμένος, και μερικές φορές ευερέθιστος.
-
κακότροπος
adjectiveDick Young era un hombre conservador e irritable,
'Ο Ντικ Γιάνγκ ήταν ένας κακότροπος, συντηρητικός.'
-
ευέξαπτος
επίθετο αρσενικό (-η -ο)(για πρόσ.) που εξάπτεται, που θυμώνει εύκολα
¿Qué le pasa a él? Está muy irritable hoy.
Τι του συμβαίνει; Είναι πολύ ευέξαπτος σήμερα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θυμωσιάρης
- θυμώδης
- οξύθυμος
- οργίλος
- αγκαθερός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irritable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "irritable"
Φράσεις παρόμοιες με "irritable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
-
ευερέθιστο έντερο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη